ἑκοντί

ἑκοντ-ί, Adv.
A willingly, Ps.-Phoc.16, Them. Or.16.209a ; but ἑκόντι may generally be read, Arist.Rh.Al.1431b20, Plu. Comp.Eum.Sert.2.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εκοντί — ἑκοντί (Α) επίρρ. εκουσίως …   Dictionary of Greek

  • ἑκοντί — willingly indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκόντι — ἑκών vásmi masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • BADICHORUM pro BADILOCO — BADICHORUM, pro BADILOCO perperam vir doctus vertit, apud Arrianum, in Indic. ubi de Badi loco maritimo Carmaniae, a quo usque ad Ananin vineae et arva in cultu: Ο῾ρμίζονται δὲ εν Βάδει χώρῳ (quae duo vocabula male iunctim leguntur) τῆς Καρμανίας …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ερρεντί — ἐρρεντὶ (Α) επίρρ. ολοσχερώς (πιθ. ερμην.) («ἀπό τοῡ ἔρρω ή ἐρρῶ... ὡς παρὰ τὸ ἐθέλοντος ἐθελοντί, οὕτω καὶ παρὰ τὸ ἐρρέντος ἐρρεντί», Ε.Μ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < έρρω «πηγαίνω στον χαμό μου» κατά τα εθελοντί, εκοντί] …   Dictionary of Greek

  • παραγγέλλω — ΝΜΑ, παραγγέλνω Ν 1. δηλώνω σε κάποιον προφορικά, γραπτά ή μέσω τρίτου προσώπου την επιθυμία μου, διαβιβάζω παραγγελία («ο κυρ Βοριάς παράγγειλεν ούλω τών καραβιώνε», δημοτ. τραγ. β. «μνήμην παραγγέλλοντες, ὧν ἐκύρσατε» Ευρ.) 2. (ιδίως για… …   Dictionary of Greek

  • ἑκόνθ' — ἑκόντα , ἑκών vásmi neut nom/voc/acc pl ἑκόντα , ἑκών vásmi masc acc sg ἑκόντι , ἑκών vásmi masc/neut dat sg ἑκόντε , ἑκών vásmi masc/neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκόντ' — ἑκόντα , ἑκών vásmi neut nom/voc/acc pl ἑκόντα , ἑκών vásmi masc acc sg ἑκόντι , ἑκών vásmi masc/neut dat sg ἑκόντε , ἑκών vásmi masc/neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.